
Η γεωπολιτική θέση της Κρήτης στις ενεργειακές προκλήσεις του 21ου Αιώνα και η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης – Κύπρου.
Του Σωτήρη Μανωλκίδη, ΔΝ
Επισκέπτη Καθηγητή στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος
Αντιπροέδρου της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ)
Η ισχυρή θέση της Κρήτης, ως κέντρο εμπορίου και διαμετακόμισης προϊόντων και υπηρεσιών, χάνεται στα βάθη των αιώνων. Από τα χρόνια του Μινωικού πολιτισμού η Κρήτη αποτέλεσε συνδετικό κρίκο για τις δύο πλευρές της Μεσογείου και, παράλληλα, μήλο της έριδος ανάμεσα στις εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις της περιοχής.
Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της περιοχής, η ανάπτυξη σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), διασυνδέσεων και αγωγών φυσικού αερίου ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά αερίου από τις πλούσιες σε κοιτάσματα περιοχές του νότιου τμήματος προς το βιομηχανικό βορρά, θέτουν επιτακτικά το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης ανάμεσα στην Κρήτη, την Κύπρο και το Ισραήλ.
Η ιδέα για μια υποθαλάσσια σύνδεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο που θα άρει την ενεργειακή απομόνωση της τελευταίας, δεν είναι καινούργια. Συζητείται εδώ και μια δεκαετία και μάλιστα δημιουργήθηκε (πρόσφατα) και εταιρεία με το σκοπό αυτό, η Eurasia Interconnector. Η διασύνδεση που προτάθηκε είναι αυτή της Αττικής με την Κρήτη, την Κύπρο και το Ισραήλ που έλαβε και την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Νοέμβριος 2013) ως έργου PCI, δηλαδή Έργου Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος. Το έργο, στην πλήρη ανάπτυξη του, θα είχε ισχύ 1000 MW με συνολικό μήκος 1544 χιλιόμετρα και δυνατότητες για αντίστροφη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας και από το Ισραήλ προς την Κύπρο και την Ελλάδα.
Η νέα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προτείνει σήμερα την υιοθέτηση μιας Ευρωπαϊκής ‘συμμαχίας’ για το περιβάλλον, ενός new deal με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ και των διεθνών διασυνδέσεων που τις στηρίζουν. Είναι χαρακτηριστικό πως η Δανία, η Ευρωπαϊκή χώρα με τη μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό της μείγμα, μετέχει στη Σκανδιναβική αγορά ενέργειας (Nordic pool) και διασυνδέεται πλήρως με τη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Γερμανία.
Παράλληλα, η θέση της Κύπρου, αν και κομβική στην ανάπτυξη ενός παρόμοιου έργου, επιβαρύνεται από δύο συνθήκες: την ανάγκη και υποχρέωση τροφοδοσίας με ηλεκτρική ενέργεια των περιοχών που βρίσκονται υπό de facto τουρκική διοίκηση και στρατιωτική κατοχή στο βορρά, καθώς και τη συνεχιζόμενη φιλολογία σχετικά με την διασύνδεση των κατεχόμενων περιοχών απευθείας με την Τουρκία μέσω υποθαλάσσιου αγωγού που θα συνδέει την Κλεπίνη της Κερύνειας με το Άκκιουγιου στην Τουρκία, μήκους 94 χιλιομέτρων. Μάλιστα η Τουρκοκυπριακή διοίκηση έχει αναθέσει σε διεθνή οίκο την εκπόνηση οικονομοτεχνικής μελέτης. Η δημιουργία, μάλιστα, πυρηνικού σταθμού στο Άκκιουγιου της Τουρκίας ευνοεί έναν παρόμοιο σχεδιασμό.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν τα στοιχεία για την διακινούμενη ενέργεια μέσω των διεθνών διασυνδέσεων της Ελλάδας. Κατά το 2018 οι εισαγωγές Η/Ε στη διασύνδεση με την Τουρκία μειώθηκαν στις 2907GWh από 3.190GWh, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές κατά 10GWh, φτάνοντας συνολικά τις 11GWh. Αντίστροφη εικόνα παρουσιάζει η περίπτωση της Αλβανίας ως προς τις εισαγωγές καθώς από 80GWh έφτασαν 1062GWh, με τις εξαγωγές να πέφτουν στις 912GWh από 1.698GWh.
Άνοδος και πτώση χαρακτηρίζει και την διασύνδεση με την Βόρεια Μακεδονία, όπου η εισαγόμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τις 1.852GWh από 1.714 GWh, ενώ οι εξαγωγές έπεσαν στις 256 GWh από 423 GWh. Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται και στη διασύνδεση με την Βουλγαρία όπου οι εισαγωγές για το 2018 υπολογίζονται στις 2.118 GWh από 2.052 GWh ένα χρόνο πριν, με τις εξαγωγές από 21 GWh να πέφτουν στις 8 GWh. Τέλος, στην διασύνδεση με την Ιταλία η εισαγόμενη διακινούμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας μειώθηκε στις 610 GWh από 1.625 GWh, ενώ οι εξαγώγιμη ποσότητα εκτινάχθηκε στις 1078 GWh από 327 GWh.
Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει η αδυναμία περαιτέρω (σημαντικής) ανάπτυξης μονάδων ΑΠΕ στην Ελλάδα και την Κύπρο χωρίς την ενίσχυση των διεθνών διασυνδέσεων της πρώτης και τη δημιουργία υποθαλάσσιας διασύνδεσης για τη δεύτερη.
Σήμερα η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή γεωπολιτικών εξελίξεων. Χάρη στις δυνατότητες εξόρυξης φυσικού αερίου η Ανατολική Μεσόγειος έχει προκαλέσει, τα τελευταία χρόνια, παγκόσμιο επενδυτικό ενδιαφέρον. Οι δυνατότητες που δημιουργούνται είναι πολλοί μεγάλες για να αγνοηθούν, αλλά οι ενέργειες στις οποίες θα κληθεί να προβεί η Ελλάδα, το αμέσως επόμενο διάστημα, θα πρέπει να διασφαλίζουν τη γεωπολιτική της παρουσία στην περιοχή.
Η φαινομενική ευθυγράμμιση Ισραήλ, Κύπρου, Ελλάδας και Αιγύπτου, ιδίως όσον αφορά τους φυσικούς πόρους στην περιοχή, μπορεί να υποδηλώνει τη μελλοντική πορεία, με την προϋπόθεση ότι συμπεριλαμβάνεται και η Τουρκία, σε ένα νέο είδος περιφερειακού σχήματος ασφαλείας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό μπορεί να ενισχύσει και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής και, κατ’ επέκταση, και τη δική μας.
Τέσσερις βασικές παραδοχές μπορούν να αποτελέσουν το κλειδί για την κατανόηση των εξελίξεων. Η πρώτη είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας δεν θα υπερβούν το στρατηγικό χάσμα που σήμερα τις δεσμεύει, όσο μάλιστα η Τουρκία παραμένει τυπικά αφοσιωμένη στο ΝΑΤΟ. Η δεύτερη είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης θα συνεχίσουν να έχουν συγκρουσιακό χαρακτήρα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η τρίτη είναι πως σύντομα πρέπει να επιλυθεί το Κυπριακό, καθώς η επιθυμία ανεξαρτητοποίησης του κουρδικού τμήματος του Ιράκ οδηγεί σε απροθυμία της Τουρκίας για μια λύση δύο κρατών στην Κύπρο. Η τέταρτη είναι η συνεχιζόμενη αστάθεια της περιοχής, εκτός εάν οι κύριοι ενδιαφερόμενοι δρώντες ενεργήσουν από κοινού με γνώμονα τη σταθεροποίηση. Εδώ ακριβώς υπάρχει μία μεγάλη ευκαιρία για επανεξέταση της γεωπολιτικής θέσης μας στην Ανατολική Μεσόγειο.