Γιατί Κυβέρνηση και ΔΕΗ Παραβλέπουν την Τεχνολογία CCUS που θα Επέτρεπε την Περαιτέρω Αξιοποίηση του Ελληνικού Λιγνιτικού Δυναμικού;

Το ανωτέρω ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο παράδοξο αλλά και αιρετικό την στιγμή που ο ίδιος ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση έχουν διαμορφώσει μια στρατηγική για την απολιγνιτοποίηση της χώρας, σε μια προσπάθεια μείωσης των εκπομπών του θερμοκηπίου και συμμόρφωση προς τους ευρωπαϊκούς στόχους για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής. Ως γνωστό το επικαιροποιημένο ΕΣΕΚ που κατατέθηκε από το ΥΠΕΝ στην ΕΕ στα τέλη του περασμένου έτους προβλέπει μέγιστη χρήση των ΑΠΕ και στροφή στα καθαρά καύσιμα σε όλο το εύρος του ενεργειακού ισοζυγίου.

Ποιο συγκεκριμένα σε ότι αφορά το ενεργειακό μίγμα στην ηλεκτροπαραγωγή η στόχευση για το 2030 είναι για μηδενική χρήση άνθρακα και 61% -65%  συμμετοχή των ΑΠΕ, με το υπόλοιπο να καλύπτεται από φυσικό αέριο και εισαγωγές ηλεκτρισμού από τις γειτονικές χώρες. Ενώ σε επίπεδο τελικής ενεργειακής κατανάλωσης η συμμετοχή των ΑΠΕ πρόκειται να αυξηθεί εντυπωσιακά στο 35% από το σημερινό 18% με περαιτέρω αύξηση του φυσικού αερίου και οριακή μείωση του πετρελαίου που θα εξακολουθήσει να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των μεταφορών.

Όμως παρά τη μεγάλη στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και την προσδοκώμενη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας, που στο σημερινό επίπεδο του 75% είναι από τις υψηλότερες στην ΕΕ, δεν προβλέπεται να μειωθεί αλλά απεναντίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί αφού θα έχει μηδενισθεί η χρήση του εγχώριου λιγνίτη, ενώ ο σχεδιασμός του κυβερνητικού επιτελείου θεωρεί ανέφικτη την αξιοποίηση των εγχώριων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων σε βαθμό που θα συμμετέχουν σε αξιόλογο βαθμό στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας.

Προκειμένου να μειώσει την ενεργειακή  της εξάρτηση, πράγμα που θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτος στόχος, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να θέλει να παρατείνει την εκμετάλλευση των λιγνιτικών της αποθεμάτων και παράλληλα να παράγει αξιόλογες ποσότητες φυσικού αερίου από τα εντοπισθέντα υποθαλάσσια κοιτάσματα νότια της Κρήτης και στο Ιόνιο. Σε ότι αφορά τους λιγνίτες υπάρχει σήμερα η τεχνολογία που επιτρέπει την καύση λιγνίτη/άνθρακα με μηδενική παραγωγή αερίων ρύπων μέσω ενός συστήματος παρακράτησης και ενταφιασμού των ρύπων μέσα σε υπόγειες γεωλογικές κοιλότητες που υπάρχουν σε πολλά σημεία της Δυτικής Μακεδονίας αλλά και στην Πελοπόννησο.

Παρά το γεγονός ότι η τεχνολογία Δέσμευσης, Χρήσης και Αποθήκευσης Διοξειδίου του Άνθρακα  (CCUS)  είναι γνωστή εδώ και πολλά χρόνια και εφαρμόζεται σε μεγάλη κλίμακα από τις εταιρείες παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου προκειμένου να συνεχίσουν την εκμετάλλευση κοιτασμάτων που φθίνουν και αντιμετωπίζουν συνθήκες χαμηλής πίεσης, μέχρι πρόσφατα υπήρχαν πολύ λίγες εφαρμογές σε ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες καύσης άνθρακα. Την τελευταία δεκαετία όμως τα συστήματα CCUS έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται με επιτυχία σε εμπορική κλίμακα με δεκάδες μονάδες ήδη σε λειτουργία σε ΗΠΑ, Νορβηγία, Γερμανία και ΝΑ Ασία.

Η δυνατότητα και προοπτική ευρείας χρήσης συστημάτων CCUS από τις εταιρείες παραγωγής ηλεκτρισμού που χρησιμοποιούν άνθρακα αναγνωρίζεται από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΙΕΑ) ο οποίος στην τελευταία του ετήσια έκθεση, το World Energy Outlook 2019, για πρώτη φορά κάνει ειδική αναφορά στις δυνατότητες αξιοποίησης σε μεγάλη κλίμακα της εν λόγω τεχνολογίας. Σύμφωνα με τον ΙΕΑ μέσα στην επόμενη 10ετία θα μπορούσαν να εφοδιαστούν με συστήματα CCUS μονάδες παραγωγής άνθρακα συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 240 GW από τα 2080 GW που ευρίσκονται σήμερα εν λειτουργία παγκοσμίως.

Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1999 το ΙΕΝΕ είχε ενημερώσει την πολιτική ηγεσία και την τότε διοίκηση της ΔΕΗ για τις δυνατότητες χρήσης συστημάτων CCUS οργανώνοντας ειδική ημερίδα στην Κοζάνη  σε συνεργασία με την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, τον ΙΕΑ και την εταιρεία Alstom. Παρά το εύλογο τοπικό ενδιαφέρον δεν δόθηκε συνέχεια με την ΔΕΗ να δηλώνει ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία ήτο “πανάκριβη” και “εξωπραγματική” και αντ´ αυτού είχε σχέδια για την αξιοποίηση του αιολικού  δυναμικού στην Βόρειο Ελλάδα. Τελικά δεν έπραξε τίποτα από αυτά και 11 χρόνια μετά η εγκατεστημένη αιολική ισχύς της Επιχείρησης δια της βίας φθάνει τα 124 MW. (Και να σκεφθεί κάποιος ότι ήταν η ΔΕΗ που πρώτη εισήγαγε την χρήση αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα με το πρωτοποριακό -για την Ευρώπη- αιολικό πάρκο των 125 KW στην Κύθνο.)

Δυστυχώς όμως ούτε και σήμερα η ΔΕΗ δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για την εφαρμογή τεχνολογίας CCUS  παρά το γεγονός ότι ετοιμάζεται να αποστρατεύσει ηλεκτροπαραγωγικό δυναμικό ισχύος 4 GW μέχρι το 2023 με τεράστιο κόστος για την τοπική οικονομία και την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας. Το μόνο παρήγορο στην όλη υπόθεση είναι ότι τελευταία υπάρχει μια κίνηση από την ομάδα OASIS, στην οποία συμμετέχουν Αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια σε σύμπραξη με το πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και την Περιφέρεια, για την κατασκευή και λειτουργία μονάδας CCUS σε συνάρτηση με την υπό κατασκευή μονάδα Πτολεμαΐδα 5 της ΔΕΗ, πράγμα που θα επιτρέψει την λειτουργία της υπερσύγχρονης αυτής μονάδας μετά το 2028 οπότε και σχεδιάζεται το τέλος της χρήσης λιγνίτη στην Ελλάδα.

Πηγή: www.energia.gr

No Comments Yet

Leave a Reply

Your email address will not be published.